Ώρα

Βιβλίο επισκεπτών

"Η Σφαγή"

"Η  σφαγή" το διήγημα  του  Μπαλαή  Γιώργου , όταν  ήταν  μαθητής  της  Α'  λυκείου  του  2ου  ΓΕΛ Πετρούπολης στα  πλαίσια  του  πολιτιστικού  προγράμματος : EVERYBODY  LOVES  A  GOOD  MYSTERY.

 

 ΜΠΑΛΑΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

 

 

 

 

 

 

Η ΣΦΑΓΗ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

          2010-2011

Κατά  τη  διάρκεια του πολιτιστικού προγράμματος του  2ου ΓΕΛ Πετρούπολης                             

                  EVERYBODY LOVES A GOOD MYSTERY

 

   Μία περίεργη αιματηρή ιστορία φόνου. Μία ολόκληρη τάξη μαζί με τον καθηγητή της δολοφονείται απάνθρωπα και μυστηριωδώς.    Το πτώμα τού καθηγητή αγνοείται.

Γιατί ένας τόσο μακάβριος φόνος;

Και γιατί η υπόθεση κινεί το ενδιαφέρον υψηλών προσώπων της κυβέρνησης;

Και πόσο σεβαστοί γίνονται στην πραγματικότητα οι χώροι της Παιδείας;

 

Αυτήν τη σκοτεινή υπόθεση αναλαμβάνει να διαλευκάνει ο αστυνόμος Μεροβίλης.

Θα καταφέρει να τη λύσει μέσα σε δύο ημέρες, όπως αυστηρά όρισε ο Αρχηγός της Αστυνομίας;

 

            ΧΑΟΣ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

 

«Καλησπέρα σας, κυρίες και κύριοι. Σήμερα, 30 Ιανουαρίου, το μεγαλύτερο έγκλημα στην ιστορία της ελληνικής εκπαιδευτικής κοινότητας έλαβε χώρα σήμερα στη Χαλκίδα. Εντός διδακτικής αιθούσης συνέβη άγριο φονικό εν ώρα διδασκαλίας στο 1ο Λύκειο Χαλκίδος. Άγνωστος εισέβαλε στην αίθουσα και σκόρπισε το θάνατο σε 14 μαθητές της β’ Λυκείου και έναν καθηγητή. Η σωρός του καθηγητού αγνοείται. Η αστυνομία ερευνά εξονυχιστικά τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της. Θρήνος για τις οικογένειες των νεκρών, η κηδεία των οποίων αναμένεται να πραγματοποιηθεί πιθανότατα μεθαύριο το απόγευμα, αφού ολοκληρωθούν οι απαραίτητες εγκληματολογικές έρευνες. Τα σχολεία αύριο και μεθαύριο θα παραμείνουν πανελληνίως κλειστά λόγω πένθους της σχολικής κοινότητος. Η αντιπολίτευση ομόφωνα κατηγορεί την κυβέρνηση για έλλειψη ασφάλειας στους εκπαιδευτικούς χώρους. Το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων καθώς και ο Πρωθυπουργός αναμένεται να προβούν σε δηλώσεις από στιγμή σε στιγμή. Σύσσωμος ο διεθνής Τύπος αναμεταδίδει τις εξελίξεις. Ο κ. Ζεφυρόπουλος βρίσκεται στο χώρο του εγκλήματος και θα μας ενημερώσει για...»

«Ναι, ναι, αρχηγέ. Τα είδα στις τηλεοράσεις. Χίλια συγγνώμη, αλλά εχθές ασχολούμουν με την υπόθεση της ΛΑΡΚΟ και κοιμήθηκα πολύ αργά. Ναι, πριν λίγο. Πριν λίγη ώρα ξύπνησα, λέω. Δε σας ακούω καλά, πού βρίσκεστε; Εντάξει, εντάξει μη φωνάζετε. Μάλιστα! Έρχομαι αμέσως…»

Το 1ο Λύκειο Χαλκίδος βρίσκεται στην ευβοϊκή ακτή της πόλης, στην οδό Κατσικογιάννη, 1 χιλιόμετρο και 300 μέτρα περίπου από τον πορθμό του Ευρίπου. Αρκετά κοντά από το σπίτι του αστυνόμου Μεροβίλη. Έφτασε σε δέκα λεπτά με τα πόδια. Έξω από το κτήριο συνέβαινε το χάος. Η πόλη ολόκληρη από την ίδρυσή της δεν είχε βιώσει τόση δημοσιότητα όσο τις τελευταίες ώρες. Δημοσιογράφοι, κάμερες, φορτηγά, αυτοκίνητα, γονείς, αστυνομικοί, περίεργοι κάτοικοι, καθηγητές, πανικός… Όσο κι αν έδειχνε την κάρτα του ως αστυνόμος του εγκληματολογικού τμήματος, ο κόσμος ήταν τόσος πολύς, που δεν μπορούσε να περάσει από την πύλη και το προαύλιο. Απεναντίας, μαζεύονταν όλοι γύρω του και του ζητούσαν πληροφορίες:

«Ο δολοφόνος θα εντοπιστεί;»

«Είναι μαθητής του σχολείου;»

«Τι στοιχεία έχετε στη διάθεσή σας;»

«Ποιο είναι το επόμενο βήμα σας;»

«Συγγνώμη», αποκρίθηκε ο αστυνόμος, «αλλά εγώ μόλις τώρα έφτασα. Αφήστε με σας παρακαλώ να περάσω»

«Καλησπέρα σας, αστυνόμε», ακούστηκε μια σοβαρή και ήρεμη ανδρική φωνή πίσω του. Ήταν ένας ψηλός, μεσήλικας με γκρίζους κροτάφους και διακριτικά γυαλιά οράσεως. Ήταν ο Γιάννης Ξιφίδης, βουλευτής Ευβοίας.

«Καλησπέρα, κύριε Ξιφίδη. Ήρθατε να πάρετε το γυιό σας;»

«Όχι, έχει φύγει εδώ και ώρα μαζί με τα άλλα παιδιά. Ήρθα να δω τι γίνεται»

«Αφήστε τα, τέτοιο χαμό δεν έχω ξαναδεί. Α, να! Δήμητρα! Εδώ! Μου ανοίγεις; Συγγνώμη, κύριε Ξιφίδη, αλλά αν δεν τρέξω τώρα στην πύλη, αντί για μένα θα μπει στο σχολείο ο όχλος των δημοσιογράφων. Θα έρθετε μαζί μου μέσα;»

«Όχι, δεν είμαι εγώ για τέτοια σκηνικά. Θα φύγω. Ήρθα κατευθείαν από το γραφείο και δεν έχω πάει ακόμα στο παιδί μου. Θα έχει σοκαριστεί! Πάλι καλά που είναι στη γιαγιά του τώρα».

«Ναι, πάλι καλά! Γεια σας! Καλή δύναμη!»

Ο θόρυβος του πλήθους ήταν τόσος, που δεν άκουσε αν ο βουλευτής ανταπέδωσε το χαιρετισμό του. Σκασίλα του! Εξάλλου, δεν τον ήξερε καθόλου τον Ξιφίδη. Μόνο από φωτογραφίες στα περιοδκά. Ήταν από την Κάρυστο κι είχε μετακομίσει πριν λίγους μήνες στη Χαλκίδα, με την προεκλογική του εκστρατεία, μαζί με το δεκαεξάχρονο Γάιο του, που πήγε να τελειώσει το σχολείο στο Λύκειο αυτό. Δεν είχε προλάβει λοιπόν να τον γνωρίσει. Το καλό όμως, με το να είναι κανείς αστυνομικός, είναι ότι τον χαιρετάει πολύς κόσμος. Έτσι γνωρίζει καθημερινά πολλά άτομα, διάσημα και μη.

Πρόλαβε να μπει στο προαύλιο χωρίς να εισβάλει κάποιος επίδοξος ρεπόρτερ. Συνάντησε τη συνάδελφό του και μαζί κατευθύνθηκαν προς το εσωτερικό του κτηρίου. Η τάξη στην οποία έγινε το φονικό βρισκόταν στο δεύτερο όροφο. Το σχολείο δε διέθετε και πολύ μεγάλο κτήριο. Η τάξη ήταν η δεύτερη πόρτα που συναντούσες στο αριστερό σου χέρι στο διάδρομο. Σε σύγκριση με τον περιβάλλοντα χώρο, το εσωτερικό του σχολείου ήταν μακράν πιο ήρεμο. Έξω από την πόρτα συνάντησε τον αρχηγό.

«Έχε χάρη που έχω άλλα προβλήματα να ασχοληθώ τώρα!»

«Χίλια συγγνώμη και πάλι, Αρχηγέ! Μα τι να έκανα; Και πάλι όμως δεν έβγαλα άκρη με τη ΛΑΡΚΟ. Στο κάτω κάτω, δεν είναι και της αρμοδιότητος μου να ασχολούμαι με αυτό!»

«Να σου πω, μην αρχίζεις τώρα, γιατί έχω πολλά ράμματα για τη γούνα σου. Στην ηλικία σου εγώ ασχολούμουν με ένα σωρό πτώματα στο Πολυτεχνείο, ενώ ταυτόχρονα, έπρεπε να λύσω και κάτι υποθέσεις δολοφονίας. Ενώ εσύ μία υπόθεση μόλυνσης περιβάλλοντος από βιομηχανία έχεις, και γκρινιάζεις κιόλας! Άντε τσακίσου μέσα τώρα. Μόνο εσύ λείπεις κι έχουμε όλοι καθυστερήσει για σένα!»

«Καλά, συγγνώμη, Αρχηγέ! Τρέχω…»

Μέσα η εικόνα ήταν κάτι παραπάνω από σοκαριστική. Ήταν τρομακτική! Δεκατέσσερα νεκρά πτώματα κείτονταν στο δάπεδο ή στις καρέκλες των θρανίων, με το σκουρόχρωμο αίμα τους να σχηματίζει παχιές κηλίδες στο μωσαϊκό. Κι ήταν παιδιά… Ακόμα η πραγματική τους ζωή δεν είχε ξεκινήσει για αυτούς, όμως κάποιος φρόντισε να μη τη ζήσουν, προτίμησε να σκοτώσει και εκείνους και τα όνειρα που κουβαλούσε ο καθένας…

Οι αστυνομικοί του Εγκληματολογικού είχαν στρωθεί στη δουλειά. Έπαιρναν αίμα από κάθε πτώμα, μάζευαν αποτυπώματα και γενικότερα κάθε στοιχείο που θα μπορούσε να τους βοηθήσει. Το μάτι του έπεσε κατευθείαν σε ένα από τα πτώματα που δεν είχαν ακόμα εξεταστεί. Η στάση του δεν ήταν συμβατική. Κάποιος που πυροβολείται εν ψυχρώ συνήθως σωριάζεται έπειτα από σπασμωδικές κινήσεις. Η σωρός εκείνου είχε γείρει προς το πλάι, σαν να πραγματοποιούσε μία τελευταία απέλπιδα προσπάθεια να σηκωθεί. Συνειδητοποίησε ότι ένα στυλό ήταν πεσμένο ακριβώς δίπλα από το χέρι του. Κατευθύνθηκε προς το μέρος του. Έσκυψε με προσοχή στο πτώμα, αφού πρώτα φόρεσε βιαστικά την απαραίτητη στολή και τα γάντια. Σήκωσε το στυλό και το έβαλε στις ειδικές σακούλες όπου τοποθετούνται τα στοιχεία του εγκλήματος. Κάτω από το στυλό βρήκε αυτό που ευχόταν να βρει. Γράμματα στο πάτωμα.

Όπως είχε φανταστεί με το που είδε τη στάση του πτώματος, ο μαθητής αυτός δεν είχε πεθάνει αμέσως κι αποφάσισε να φερθεί έξυπνα για τα λίγα λεπτά ζωής που του απέμεναν. Έτσι σύρθηκε στο πλάι, έβγαλε κάποιο στυλό που προφανώς θα κρατούσε ή θα είχε στην τσέπη του και έγραψε κάτι για να αποκαλύψει το δολοφόνο. Τα γράμματα ήταν ψιλά και σχετικά δυσανάγνωστα. Το μελάνι ενός στυλό, άλλωστε, δεν αποτυπώνεται και πολύ στο δάπεδο. Όμως κατάφερε, μετά από λίγη προσπάθεια, να διαβάσει το μήνυμα:

ΚΟΡ

Τι να εννοούσε άραγε; Προσπαθούσε να σκεφτεί τι θα έκανε ο ίδιος, τι θα φρόντιζε να γράψει αν βρισκόταν στην περίπτωσή του…

«Τι γίνεται; Καλά; Γιατί, βρε δεν ακούς όταν σε φωνάζουν; Ήμουν κι εγώ έξω από την πύλη και σε φώναζα να περιμένεις όταν χαιρετούσες κάποιον κύριο, αλλά δεν άκουγες. Με κλείσατε απ’ έξω με τη Δήμητρα κι έφαγα κανα τέταρτο πάλι μέχρι να ξαναμπώ! Συγγνώμη που άργησα, αλλά είχα να τακτοποιήσω κάτι δουλειές στο Τμήμα. Άσε, έχω και πυρετό, είμαι κάπως περίεργα.», ήταν ο Φίλιππος Δεσπογιάννης, συνάδελφός του. Στα πηγαδάκια κυκλοφορούσε η φήμη ότι ο ίδιος ανταγωνιζόταν το Μεροβίλη. Εκείνος όμως δεν τα πίστευε αυτά. Μάλιστα τον συμπαθούσε αρκετά.

«Συγγνώμη, βρε Φίλιππε, αλλά ήταν δύσκολο μέσα στο πλήθος να ακούσω τη φωνή σου. Άσε που χαιρετούσα εκείνη την ώρα τον Ξιφίδη και…»

«Ποιον Ξιφίδη; Τον πολιτικό;», ρώτησε με έκπληξη και απορία.

«Ναι, αυτόν! Τι έπαθες;»

«Αποκλείεται! Μήπως δεν είδες καλά;»

«Μια χαρά είδα! Βιαζόταν να πάει στο γυιό του, μάλιστα!»

«Ο Ξιφίδης βρίσκεται στη Βιέννη με τον Υπουργό Εξωτερικών αυτή τη στιγμή. Τον είδα στην τηλεόραση. Θα επέστρεφε σε μία εβδομάδα, γιατί έχουν διάσκεψη τα κράτη μέλη της Ε.Ε. Όμως θα γυρίσει με τη μεταμεσονύκτια πτήση απόψε, έπειτα από αυτό που έπαθε».

«Δεν καταλαβαίνω! Τι εννοείς; Αφού εγώ τον είδα! Και τι έπαθε;»

«Ο γυιος του βρίσκεται εδώ!»

«Πού;»

Ο Φίλιππος του έδειξε σε ένα θρανίο λίγα μέτρα πιο πέρα. Πάνω στο βιβλίο, βρισκόταν το κεφάλι του γυιού του Ξιφίδη, αιμόφυρτο. Μια σφαίρα στο κρανίο τον είχε πληγώσει θανάσιμα!

«Ω, Θεέ μου!», είπε ο Μεροβίλης. Ενστικτωδώς, σαν να καταλάβαινε τι συνέβη, έβαλε αμέσως το χέρι στην τσέπη του. Από μέσα έβγαλε ένα φρεσκοκομμένο ματωμένο δάχτυλο κι ένα τσαλακωμένο σημείωμα, που έλεγε με γράμματα από εφημερίδα:

ΤΗΝ ΠΑΤΗΣΕΣ, ΚΟΡΟΪΔΟ!

 

 

                    

 

 

   ΟΙ ΕΡΕΥΝΕΣ ΞΕΚΙΝΟΥΝ

 

 

Ο αστυνόμος Μεροβίλης, πέταξε αηδιασμένος το σιχαμερό δάχτυλο στο έδαφος κι έτρεξε στο μπάνιο που βρισκόταν δίπλα από την αίθουσα για να πλύνει τα ματωμένα χέρια του. Το παντελόνι του είχε αποκτήσει έναν κόκκινο λεκέ. Μέσα στον πανικό έξω, δεν κατάλαβε πως ο υποτιθέμενος Ξιφίδης το είχε κάνει αυτό, ενώ αργότερα στην αίθουσα η απασχόλησή του με το περίεργο στοιχείο στο δάπεδο δεν τον είχε αφήσει να καταλάβει ότι η τσέπη του ήταν βαριά και υγρή.

Επιστρέφοντας στην αίθουσα, οι υπόλοιποι αστυνόμοι είχαν ήδη μαζέψει το κομμένο δάχτυλο και το εξέταζαν. Ο Φίλιππος είπε:

«Το δάχτυλο είναι βεβαίως του καθηγητή που εξαφανίστηκε. Αυτό διαπιστώθηκε από ένα σημάδι που έχει μέσα από το νύχι, όπως μας διαβεβαίωσε η μητέρα του. Όταν την ξαναπήρα τηλέφωνο πριν δέκα λεπτά. Είναι ο δείκτης του δεξιού χεριού. Το θέμα είναι γιατί να το κάνει αυτό ο δολοφόνος; Γιατί να αποκαλυφθεί και να μας δώσει ένα στοιχείο;»

«Μας παίζει, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Θέλει να μας απασχολήσει, να μας αποπροσανατολίσει, να μας κοροϊδέψει. Το βέβαιο είναι ότι ο δολοφόνος είναι ένας άνθρωπος με μεγάλη αυτοπεποίθηση… Να σου πω, τι πληροφορίες έχουμε για τον καθηγητή;»

«Είναι 27 χρονών. Ονομάζεται Γρηγόρης Φερόπουλος. Διορίστηκε πρόπερσι. Τελείωσε Φιλολογία στη Θεσσαλονίκη. Μένει με τους γονείς του στην Αθήνα και πηγαινοέρχεται καθημερινώς με το τρένο. Οι γονείς του είναι καθ’ οδόν. Τους τηλεφωνήσαμε όταν συνέβη το γεγονός κι έρχονται…»

«Ο μαθητής που άφησε το σημείωμα στο πάτωμα ποιος είναι;», ρώτησε όταν στράφηκε στο διευθυντή, κ. Γρηγόρη Γλαφοτένη.

«Ποιο μήνυμα; Αυτό που μας δείξατε προηγουμένως; Ο μαθητής αυτός είναι ο Μπενάκος, σχετικά καλός μαθητής, χωρίς να έχει δημιουργήσει ιδιαίτερα προβλήματα με τη συμπεριφορά του, αν και βέβαια οι καθηγητές του τον αποκαλούσαν συνεχώς ως ο περίεργος τού σχολείου, ειδικά ο καθηγητής αυτός που εξαφανίστηκε».

«Γιατί έτσι;»

«Κοιτάξτε, η αλήθεια είναι ότι δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα, γιατί δε βρίσκομαι εγώ μέσα στις τάξεις. Οι καθηγητές αυτό ισχυρίζονταν, γιατί ήξερε τα πάντα για τους συμμαθητές του και, πολλές φορές, τα μαρτυρούσε κιόλας».

«Μάλιστα, Δέσποινα, θα μπορούσες σε παρακαλώ να πάρεις καταθέσεις από όλους τους καθηγητές που μπαίνουν σε αυτήν την αίθουσα; Θα σε βοηθήσει κι ο Φωκάς».

«Απ’ ότι βλέπω,», είπε ο Αρχηγός, «ξεκίνησες ήδη δουλειά. Σου αναθέτω την υπόθεση αυτή. Βέβαια είναι πολύ σημαντική για να την αναλάβει κάποιος σαν εσένα, απόβρασμα, αλλά δε γίνεται αλλιώς. Ο Δεσπογιάννης με ενημέρωσε τώρα ότι έχει προβλήματα με τα πόδι του και σήμερα εμφάνισε και πυρετό πάνω από 38,5. Μπορεί να αναλάβει μόνο συγκεκριμένα καθήκοντα, κι όχι πολύ κουραστικά. Αν δεν έχει λυθεί η υπόθεση μέχρι αύριο βράδυ, θα την αναλάβει άλλος και θα σε υποβαθμίσω. Αρκετά μας τα χεις κάνει μέχρι, δε συμφωνείς;»

Η αλήθεια είναι ότι ο Μεροβίλης, από τότε που μπήκε στο Εγκληματολογικό, είχε δώσει πολλές αφορμές για να νευριάσει τον ανώτερό του. Ο ίδιος μάλιστα, όταν αναλογιζόταν τι είχε κάνει, αναρωτιόταν που ο Αρχηγός δεν τον είχε ήδη υποβαθμίσει. Οπότε, όπως φαινόταν, η υπόθεση αυτή ήταν η τελευταία του ευκαιρία να αποδείξει την αξία του. Ο Αρχηγός έφυγε να τακτοποιήσει μια άλλη σημαντική υπόθεση που είχε προκύψει. Όπως φαινόταν, ήταν πιο σημαντική κι από το φονικό, γιατί αλλιώς θα αναλάμβανε προσωπικά την υπόθεση, αντί να την αφήσει σε ένα άτομο λιγότερης εμπιστοσύνης, όπως ήταν ο Μεροβίλης για τον Αρχηγό.

«Ποιο τμήμα είναι αυτό, κύριε Διευθυντά;»

«Το Β3. Από Μ μέχρι Ρ».

«Υπάρχει κάποιος μαθητής στο Β2 που το επώνυμό του να ξεκινάει από Κορ; Ή έστω κάποιος καθηγητής που να διδάσκει στο Β2 και να ξεκινάει από Κορ;»

Έβγαλε την κατάσταση και κοίταξε.

«Όχι, ούτε μαθητής ούτε καθηγητής».

«Κατάλαβα… Πολλά αναπάντητα ερωτήματα συσσωρεύονται, κι αυτό δε μου αρέσει. Φίλιππε, πάρε όσους χρειάζεσαι και ξεκίνησε να πάρεις κατάθεση από τους γονείς και γενικότερα τους συγγενείς όλων των παιδιών που θανατώθηκαν. Μάθε ότι μπορείς μέχρι αύριο το πρωί και πες μου. Στείλε τους βοηθούς για τις καταθέσεις και απλώς να σε ενημερώνουν από το τηλέφωνο. Πήγαινε στο σπίτι σου να ξεκουραστείς».

«Έγινε!»

Ο Μεροβίλης, αφού έδωσε τις απαραίτητες οδηγίες και συστάσεις, ξεκίνησε την έρευνα στο εσωτερικό τού σχολείου. Χωρίς να έχει άλλα άτομα να πάρει, πήρε μερικούς από τα κεντρικά τής Αθήνας να τον βοηθήσουν στις έρευνες, ενώ οι υπόλοιποι από την Αθήνα παρέμειναν στην αίθουσα και για να συνεχίσουν την αναζήτηση στοιχείων και για να περιμένουν τον ιατροδικαστή.

Πρώτα εξέτασαν τους διαδρόμους. Μετά από εξονυχιστική έρευνα, τα πάντα αποδείχτηκαν άκαρπα. Έχοντας αρχίσει να χάνει το κουράγιο του, συνέχισε με τους βοηθούς του την έρευνα στα μπάνια. Και πάλι τίποτα.

«Αποκλείεται!», φώναξε απελπισμένος και ταυτόχρονα πεισμωμένος ο αστυνόμος. «Κάπου πρέπει να υπάρχει κάτι. Δεν υπάρχει αλάνθαστο έγκλημα!».

Κατέβηκαν στον πρώτο όροφο. Και πάλι τα ίδια. Στο ισόγειο μπήκαν στα γραφεία των καθηγητών και του διευθυντή. Εκεί, ούτως ή άλλως, δεν περίμενε να βρει και τίποτα. Απλώς έλεγξε τυπικά.

«Ας μπούμε και στην πολλαπλών. Μετά τα παρατάω. Πρέπει να βρω άλλον τρόπο να ανακαλύψω κάτι».

Η αίθουσα πολλαπλών χρήσεων ήταν άδεια τελείως. Αρκετά μεγάλη, με μια σκηνή στο βάθος. Όπως κι οι περισσότερες τέτοιες αίθουσες στα σχολεία. Οι καθαρίστριες είχαν καθαρίσεις το προηγούμενο μεσημέρι κι έτσι δε βρήκαν κάτι ιδιαίτερο. Στις γωνίες υπήρχαν ίχνη από στάχτες, αλλά είναι γνωστό ότι πολλοί μαθητές καπνίζουν, έστω κρυφά.

«Πάμε να φύγουμε. Αρκετά! Κουράστηκα! Έχουμε φάει τόσες ώρες ψάχνοντας σε τρεις ορόφους χωρίς αποτέλεσμα! Κι όσο περνούν οι ώρες, αυτό είναι εναντίον μας!»

«Κύριε Μεροβίλη, σταθείτε! Κοιτάξτε εδώ!»

Ήταν ένα μικρό κομμάτι χαρτί, γωνιώδους σχήματος. Βρισκόταν στη γωνία πίσω από τη σκηνή.

«Το είδα πριν. Ε, και; Δεν είναι τίποτα. Αλίμονο κι αν δε βρεις χαρτί στο σχολείο. Άλλωστε πολλά διαγωνίσματα οι μαθητές τα γράφουν εδώ».

«Ναι, αλλά δεν αγγίξατε το κομμάτι αυτό. Αν και μικροσκοπικό, φαίνεται τι είναι από την υφή του».

«Τι;»

«Είναι κομμάτι από τράπουλα. Και, μάλιστα, επαγγελματική, από αυτές που χρησιμοποιούν στα καζίνα πάνω σε τσόχες!»

 

 

 

                             ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ

 

 

«Το θεωρείτε σημαντικό στοιχείο, κύριε Μεροβίλη;»

«Φυσικά, αλλά και να μην το θεωρούσα, είναι το μοναδικό που έχουμε, μετά το σημείωμα στο δάπεδο».

«Και τι πιστεύεται, δηλαδή, ποιος θα μπορούσε να…».

«Κύριε Μεροβίλη, σας ψάχνουμε σε όλο το σχολείο κι επιτέλους σας βρήκαμε. Έχουν έρθει οι γονείς τού χαμένου καθηγητή.», διέκοψε ένας αστυνομικός τη συζήτηση του Μεροβίλη με τους βοηθούς του.

«Έρχομαι αμέσως».

Οι γονείς του καθηγητή Φερόπουλου ήταν εμφανώς αναστατωμένοι. Η μητέρα του έκλαιγε με λυγμούς, ενώ ο πατέρας ήταν αρκετά πιο ψύχραιμος και προσπαθούσε να πείσει τη γυναίκα του να είναι πιο ήσυχη.

«Πείτε μας, κύριε αστυνόμε, ο γυιός μας ζει;»

«Δεν ξέρουμε. Όσες πιθανότητες υπάρχουν να ζει, άλλες τόσες υπάρχουν να έχει πεθάνει».

Η κυρία Φεροπούλου έβγαλε μια κοφτή κραυγή, κι ο σύζυγός της την αγριοκοίταξε για να σωπάσει.

«Τι ξέρετε για την υπόθεση; Είχατε παρατηρήσει τελευταία καμιά περίεργη συμπεριφορά στο παιδί σας;»

«Μάλιστα. Η αλήθεια είναι ότι τελευταία ήταν πολύ ανήσυχος. Τον απασχολούσε κάτι κι ήταν συνεχώς χαμένος. Δεν του έπαιρνες λέξη. Αυτό συνέβαινε τις τελευταίες περίπου έξι μέρες», ξεκίνησε να μιλά ο πατέρας, ενώ η μάνα σιγόκλαιγε.

«Δηλαδή από την προηγούμενη Πέμπτη», διαπίστωσε ο αστυνόμος.

«Ακριβώς», απάντησε ο πατέρας. «Όμως δεν μπορέσαμε δυστυχώς να μάθουμε προς τι αυτή η συμπεριφορά. Την Παρασκευή το βράδυ μάλιστα κάτι παρατήρησα. Πρέπει να ήρθε κάποιος μέσα στο σπίτι, και να μπήκε από το παράθυρο τού δωματίου τού Γρηγόρη. Κάτι συζήτησαν, απ’ ότι φαίνεται. Μιλούσαν όμως ψιθυριστά, κι έτσι δεν αντιληφθήκαμε τι συνέβαινε παρά μόνο όταν ακούσαμε φωνές και μετά ένα γδούπο. Μπήκαμε τρομαγμένοι στο δωμάτιο, αλλά βρήκαμε μόνο του το παιδί. Βρισκόταν στο κρεβάτι του, πολύ αναστατωμένο. Το παράθυρο ήταν ανοιχτό κι η βροχή έμπαινε μέσα. Πηγαίνοντας να το κλείσω διαπίστωσα κάποια ίχνη στο χώμα κάτω στον κήπο. Οπότε υπέθεσα ότι αυτός που ήταν μέσα πήδηξε από το παράθυρο κι έφυγε. Όταν τον ρωτήσαμε τι συνέβαινε, έβαλε τις φωνές και μας έδιωξε. Δεν αντιδράσαμε και τόσο, γιατί υποθέσαμε ότι μπορεί να είχε έρθει κάποια κοπέλα. Αλλά γιατί τέτοια μυστικότητα;».

«Πολύ σημαντικό αυτό που μόλις μας είπατε. Γνωρίζετε αν το παιδί σας έπαιζε πότε πότε χαρτιά;»

«Ε, μη φανταστείτε! Λίγο, καμιά φορά με φίλους του τα καλοκαιρινά βράδια. Και για την πλάκα, όχι με χρήματα, ποτέ!»

«Επίσης έμαθα ότι είχε ένα σημάδι στο δάχτυλό του, το δείκτη τού δεξιού χεριού.»

«Ναι, ήταν από ένα χτύπημα με το ποδήλατο, όταν ήταν μικρός. Ενημέρωσα σχετικά τους αστυνομικούς όταν με πήραν τηλέφωνο για να με ειδοποιήσουν για το θάνατο τού παιδιού μου, για να έρθω. Τους είπα επίσης ότι έχει κι ένα άλλο σημάδι εκ γενετής στο γόνατο. Όλα αυτά τους τα είπα με ελπίδα ότι θα τους βοηθήσω στο να τον βρουν».

«Μάλιστα. Δυστυχώς δεν έχουμε πολλά στοιχεία, οπότε δεν έχω να σας κάνω άλλες ερωτήσεις. Έχετε κάτι να μας πείτε, έστω κάτι που ίσως θα μπορούσε να μας βοηθήσει;»

«Μμμ… Όχι, δε νομίζω. Αυτό με τα δύο του σημάδια, που σας έχω ήδη πει. Αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι άλλο».

«Εντάξει, σας ευχαριστώ πολύ! Να ξέρετε ότι θα κάνω ότι μπορώ για να βρεθεί ο δολοφόνος και το παιδί σας μία ώρα αρχύτερα!»

«Αστυνόμε Μεροβίλη, μπορείς να έρθεις σε παρακαλώ; Σε ζητούν!», είπε ένας από το Εγκληματολογικό.

Κατευθύνθηκε προς το γραφείο τού Διευθυντή. Εκεί βρήκε, γεμάτος έκπληξη, τον Υπουργό Δικαιοσύνης.

«Είστε ο υπεύθυνος για την υπόθεση; Θέλω να σας μιλήσω για λίγο.»

«Πείτε μου, κύριε Υπουργέ, προς τι η επίσκεψή σας;»

«Ήρθα να σας παρακαλέσω προσωπικά για κάτι.»

«Για τι;»

«Η υπόθεση φαίνεται πολύ σκοτεινή, και θα ήταν προτιμότερο να καλυφθεί.»

«Τι θέλετε να πείτε;».

«Μίλησα και στο Διευθυντή κι είναι σύμφωνος. Τον Αρχηγό σας δεν έχω καταφέρει ακόμα να τον βρω. Αλλά δε χρειάζεται, κατά τη γνώμη μου. Αν λάβω και τη δική σας συγκατάθεση, θα μπορέσουμε να καλύψουμε την υπόθεση, χωρίς να γίνει τόσο μεγάλο σούσουρο».

«Το σούσουρο έχει γίνει ήδη, κύριε Υπουργέ. Και ακόμα δεν καταλαβαίνω το λόγο για τον οποίο η υπόθεση πρέπει να συγκαλυφθεί».

«Για τη δημόσια ηρεμία. Τέτοιες υποθέσεις είναι ικανές να προκαλέσουν τεράστιες αλλαγές, μέχρι και πτώση κυβερνήσεων. Και δε θα ήταν συνετό να αφήσουμε να συμβεί κάτι τέτοιο. Μάλιστα, αν έχετε ακόμα τις αμφιβολίες σας, νομίζω ότι ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό θα ήταν ικανό να τις καλύψει. Γιατί όχι και να ανέλθετε στο επάγγελμά. Η προαγωγή δε θα ήταν καθόλου άσχημη, δε νομίζετε;»

«Ξέρετε, εγώ είμαι καινούργιος στο επάγγελμα και δεν έχω συνηθίσει σε τέτοια. Ούτε είμαι τέτοιου είδους χαρακτήρας. Σας εγγυώμαι ότι, αργά ή γρήγορα, η αλήθεια θα λάμψει, και δεν το θεωρώ πρέπον να γίνω συνένοχος σε κάτι παράνομο, ενώ εγώ ο ίδιος υποτίθεται ότι καταδιώκω την παράνομη δραστηριότητα.»

«Κοιτάξτε, καταλ…»\

«Δε δέχομαι κουβέντα. Τελείωσε. Αφήστε με να κάνω τη δουλειά μου όπως πρέπει κι όπως θέλω. Και μην ανησυχείτε. Δε θα μαρτυρήσω την απόπειρα δωροδοκίας σας.»

Κι έφυγε βιαστικά, χωρίς να μείνει για να παρακολουθήσει την αντίδραση τού Υπουργού. Μπορεί μόλις τώρα να υπέγραψα την καταδίκη μου, σκέφτηκε. Αλλά είχε κι άλλα πράγματα να σκεφτεί πέρα από αυτό.

«Δήμητρα, πάρε όσους χρειάζεσαι και πήγαινε στην κατοικία τού καθηγητή στην Αθήνα. Ψάξε να βρεις στοιχείς στο δωμάτιό του και στον κήπο, ιδιαίτερα κάτω από το παράθυρο τού δωματίου του.»

«Μάλιστα!»

Απ’ ότι φαίνεται, μονολόγησε, για να ξυπνάει η υπόθεση το ενδιαφέρον υπουργών, κάτι βρώμικο παίζει εδώ…

 

 

 

 

 

                                         ΈΝΑ ΑΠΡΟΣΜΕΝΟ ΓΕΓΟΝΟΣ

 

 

Είχε πια απογευματιάσει για τα καλά. Μην έχοντας να κάνει τίποτα άλλο στο σχολείο, έφυγε και πήγε να πιει έναν καφέ στην παραλία τής Χαλκίδας. Εκεί πήρε τηλέφωνο έναν φίλο του, πολύ καλό παιδί, αλλά συνάμα μεγάλο χαρτοπαίκτη.

«Τα καρέ που λαμβάνουν συνήθως μέρος;»

«Σε σπίτια ή και σε λέσχες.»

«Θα μπορούσε να συμβεί και σε σχολείο;»

«Δεν έχω ξανακούσει κάτι τέτοιο. Για να γίνει αυτό, θα πρέπει να έχει εξασφαλιστεί η μυστικότητα κάποιων από εκεί μέσα. Τα κλειδιά συνήθως τα έχουν οι καθαρίστριες ή ο Διευθυντής. Οπότε σε αυτήν την περίπτωση, κάποιος από αυτούς πρέπει επίσης να είναι στο κόλπο.»

«Έχεις δίκιο. Σε τέτοια παιχνίδια παίζονται πολλά, έτσι; Χρήματα, περιουσίες, ακίνητα… Παίρνουν μέρος και μεγάλα πρόσωπα. Υπουργοί, βουλευτές και τα λοιπά;»

«Ε, βέβαια. Τι νόμιζες; Κι εγώ έχω τύχει με τέτοιους. Όμως παίρνουμε όρκο μυστικότητας τον οποίο, αν παραβιάσουμε, τον πληρώνουμε με τη ζωή μας… πολλοί, για να μην κινδυνεύουν από αυτούς, δίνουν λάθος ονόματα, συνήθως το πατρικό επώνυμο τής μητέρας τους, στη θέση τού κανονικού τους που προέρχεται από τον πατέρα. Στις περισσότερες λέσχες, είναι νόμος να χρησιμοποιείται το επώνυμο μητρός, για να μην αναγνωρίζονται από τον έξω κόσμο.»

«Μάλιστα. Σε ευχαριστώ, Παύλο. Άμα χρειαστώ κι άλλες πληροφορίες, δε θα διστάσω να σε καλέσω. Τα λέμε!»

Με το που το έκλεισε, πήρε το Φίλιππο.

«Τι εξελίξεις έχουμε;»

«Μόλις τώρα μου είπαν και την τελευταία κατάθεση. Τίποτα απολύτως. Άκαρπες οι έρευνες. Όλοι έλεγαν τα ίδια, πόσο καλά παιδιά ήταν και τα λοιπά».

«Οι γονείς τού Μπενάκου;»

«Τα ίδια! Ήταν πολύ ήσυχο παιδί. Δεν έβγαινε συχνά έξω. Συνεσταλμένο, απλώς περίεργο με τον τρόπο του. Η τελευταία φορά που βγήκε ήταν την προηγούμενη Τετάρτη το βράδυ που πήγε σε έναν από τους συμμαθητές του για μια εργασία. Μετά, απ’ ότι τους είπε, πήγε στο σχολείο και παίξανε μπάσκετ στο προαύλιο. Φαντάσου! Ούτε ένα Σάββατο δε βγήκε όλο το μήνα.»

«Κατάλαβα. Εσύ πώς πάς;»

«Καλά, σχετικά. Το πόδι μου είναι καλύτερα, αλλά ο πυρετός σταθερός».

«Καλά κάτσε στο κρεβάτι να ξεκουραστείς. Άντε περαστικά!»

Έπειτα, μαθαίνοντας ότι ούτε η Δήμητρα είχε βρει κάτι στο σπίτι των Φερόπουλων, μαθαίνοντας επίσης ότι ούτε είχαν βρεθεί αποτυπώματα στο κομμένο δάχτυλο, ούτε στο σημείωμα, ούτε στην αίθουσα γενικότερα, επέστρεψε απογοητευμένος στο σπίτι του.

Έκατσε στο γραφείο του αρκετή ώρα και προσπαθούσε να βρει μια πιθανή λύση. Σε αυτή την υπόθεση δεν μπορούσε να βρει κίνητρο, δεν μπορούσε να βρει άλλοθι, κι ούτε κάποιον επιβεβαιωμένα ύποπτο, αν και φαινόταν σίγουρο πως ο Υπουργός κι ο Διευθυντής που συμφώνησε είχαν κάποια σημαντική σχέση με το φονικό.

Δεν μπορεί. Δεν υπάρχει τέλειο έγκλημα, σκέφτηκε. Κουρασμένος, αποφάσισε να πέσει νωρίς για ύπνο, για να έχει καθαρό μυαλό για να σκεφτεί.

 

Την άλλη μέρα, τον ξύπνησε το τηλέφωνο. Ήταν ένας από τους βοηθούς του, που τον ειδοποίησε ότι βρέθηκε το πτώμα τού καθηγητή, κάτω από το φρούριο τού Καράμπαμπα. Έτρεξε προς το σημείο αυτό γεμάτος περιέργεια.

Το κάστρο τού Καράμπαμπα βρίσκεται στη βοιωτική ακτή τής πόλης, σε ένα ψηλό ύψωμα. Έφτασε με το αυτοκίνητό του κι έκπληκτος βρήκε πολύ κόσμο μαζεμένο. Το πτώμα, όπως φαινόταν, είχε γκρεμιστεί από τα τείχη και βρισκόταν πάνω στο δρόμο. Τον πλησίασε η Δήμητρα και του είπε:

«Ήρθε ιατροδικαστής και είπε ότι πρέπει να του κάνει έρευνα, που ίσως καθυστερήσει. Το πιθανότερο είναι όμως το πτώμα είχε πεθάνει πιο πριν τσακιστεί. Ο δράστης είχε αργά το βράδυ ή ίσως λίγο πριν ξημερώσει και πέταξε το πτώμα από τα τείχη. Πρέπει να είχε αρκετή δύναμη για να το ανεβάσει πάνω και να καλύψει την απόσταση από την είσοδο τού κάστρου ως εδώ. Το δάχτυλο, φυσικά, στο δεξί χέρι λείπει. Α, και πρέπει να σου πω κάτι.»

«Τι;»

«Εχθές, που σε πήρα τηλέφωνο, είχα ξεχάσει τα γυαλιά μου στο σχολείο. Έτρεξα γιατί νόμιζα ότι θα ήταν κλειστό. Ήταν αργά, άλλωστε. Όμως βρήκα εκεί μέχρι και το Διευθυντή στο γραφείο του. Πήγα να τον ενημερώσω γιατί είχα έρθει. Και καθώς μιλούσαμε, πρόσεξα με την άκρη τού ματιού μου το σημειωματάριο πάνω στο γραφείο του. Ήταν σκισμένο στο κάτω μέρος του πρώτου φύλλου. Και δεν με γελούν τα μάτια μου, είδα και μια κηλίδα από αίμα να το έχει νοτίσει. Μάλιστα το κομμάτι που έλειπε από το κάτω μέρος τού φύλλου ήταν ίδιου μεγέθους με το σημείωμα που βρήκες στην τσέπη σου. Δεν υπονοώ κάτι για το Διευθυντή, αλλά το σίγουρο είναι ότι από εκεί φτιάχτηκε το σημείωμα. Ωστόσο γιατί να μη μας ενημερώσει για αυτό, αφού βρισκόταν πάνω στο γραφείο του; Μου επίσης ζήτησε να ψάξω για το στυλό του που βρισκόταν πάνω σε ένα γραφείο από αυτά των καθηγητών, γιατί ήθελε να υπογράψει τα έντυπα για την έρευνα τής υπόθεσης. Όταν γύρισα, το σημειωματάριο δε βρισκόταν εκεί. Είναι οπότε πιθανό να το έκρυψε».

«Τι μου λες τώρα; Αυτό σημαίνει πολλά;»

«Σαν τι; Βρήκες τη λύση; Γιατί οι απλές υποθέσεις χωρίς αρκετά στοιχεία δεν μπορούν να θεωρηθούν λύση».

«Όντως, όμως με αυτό που μου είπες έχω αρχίσει τουλάχιστον να φτιάχνω μερικές θεωρίες. Ουφ, το κεφάλι μου θα σπάσει! Βρισκόμαστε τελείως στο κενό, γιατί, ακόμα κι αν γνωρίζουμε ότι ο Διευθυντής έχει εμπλακεί, αυτό μόνο του δε φτάνει. Τέλος πάντων, πάω εδώ στο καφέ να πιω κάτι να ξυπνήσω και να σκεφτώ. Να έχεις το τηλέφωνο μαζί σου μήπως χρειαστεί και σε πάρω.»

Προσπαθούσε να λάβει υπόψη του κάθε λεπτομέρεια, οτιδήποτε, ακόμα και πράγματα που είχε αγνοήσει θεωρώντας τα ασήμαντα. Είχε την αίσθηση ότι κάτι του διέφευγε. Κάτι που αποτελούσε το κλειδί που θα του άνοιγε την πόρτα τής λύσης.

Το μόνο βέβαιο ήταν ότι στη μέση βρίσκονταν υψηλά πρόσωπα. Πιθανότατα πρόσωπα που μαζεύονταν στο σχολείο και έπαιζαν χαρτιά τα βράδια. Τι σχέση όμως έχει αυτό με τους φόνους; Ίσως αυτός που είχε μπει κρυφά στο δωμάτιο τού καθηγητή να ήταν ένας από τους χαρτοπαίκτες. Και γιατί τσακώνονταν; Για να τον απειλήσει, προφανώς. Να τον απειλήσει να μη μιλήσει. Αλλά γιατί να γνώριζε για το καρέ που στηνόταν εκεί πέρα; Μήπως ήταν ο ίδιος ένας από τους χαρτοπαίκτες, και τον σκότωσαν για ξεκαθάρισμα λογαριασμών; Και γιατί μέσα σε τάξη, την ώρα τού μαθήματος; Επίσης ποιος πέταξε το πτώμα από τα τείχη και γιατί να το κάνει; Το εννοούσε ο Μπενάκος με το ΚΟΡ; Γιατί ο δολοφόνος να βάλει το σημείωμα με το κομμένο δάχτυλο στην τσέπη του;

Το μυαλό του είχε μπερδευτεί εντελώς! Ξαφνικά, όμως, κάτι θυμήθηκε! Τον εξέπληξε αυτή η πιθανότητα, ήταν το τελευταίο που θα μπορούσε να είχε φανταστεί, όμως ήταν αυτό που αποδεικνυόταν περισσότερο. Αμέσως πήρε τηλέφωνο το Φίλιππο:

«Με ακούς; Πώς είσαι με την αρρώστιά σου; Κατάλαβα… Πάλι καλά. Νομίζω κατάλαβα τι συμβαίνει. Έρχομαι με τη Δήμητρα στο σπίτι σου για να συζητήσουμε. Τελικά η λύση βρισκόταν μπροστά στα μάτια μας!»

 

 

 

 

 

                                             Η ΛΥΣΗ

 

 

«Για πες μας, τι ανακάλυψες;», ρώτησε ο Φίλιππος, του οποίου ο πυρετός είχε υποχωρήσει κι έτσι βρισκόταν όρθιος στο σαλόνι. Στο σπίτι του είχαν μαζευτεί όλοι οι αστυνομικοί τού τμήματος, και ο Διευθυντής, έπειτα από έκκληση τού ίδιου του Μεροβίλη, για να διευκολύνουν το Φίλιππο, που ήταν άρρωστος.

«Έχουμε και λέμε. Το σίγουρο είναι ότι το σχολείο έχει γίνει χαρτοπαικτική λέσχη. Αυτό αποδεικνύεται από το κομμάτι τράπουλας που βρέθηκε στην αίθουσα πολλαπλών χρήσεων, και από το είδος τής τράπουλας, γνωστό στα καζίνα και στα λοιπά. Το πιθανότερο είναι ότι μαζευόντουσαν τα βράδια και έπαιζαν. Όμως, για να συμβεί κάτι τέτοιο, πρέπει κάποιος από μέσα από το σχολείο να ήταν στο κόλπο. Το γεγονός ότι προσπάθησε να με εξαγοράσει ο υπουργός Δικαιοσύνης σημαίνει ότι αν όχι ο ίδιος, υψηλά πρόσωπα μαζεύονταν σε αυτό το καρέ. Εθισμένοι άνθρωποι, πολιτικοί και διάσημοι, που χρησιμοποίησαν το χώρο ενός σχολείου για να τζογάρουν ανενόχλητοι. Ο Υπουργός είπε ότι χρειαζόταν τη συγκατάθεσή μου που, μαζί με του Διευθυντή που ήδη είχε πάρει, θα ήταν ικανή για να καλυφθεί η υπόθεση. Άρα ο Διευθυντής είχε συμφωνήσει σε αυτό. Αυτό σημαίνει ένα πράγμα: είτε εισέπραξε χρήματα για να συμφωνήσει είτε βρισκόταν στο κόλπο, δίνοντας τα κλειδιά και, γιατί όχι;, παίζοντας μαζί τους. Το πιο πιθανό, κατά τη γνώμη μου, είναι το δεύτερο.»

«Πώς τολμάτε, κύριε, να…», ακούστηκε αμέσως η οργισμένη αντίδραση τού Διευθυντή.

«Αφήστε με ,σας παρακαλώ, να ολοκληρώσω, και μετά μπορείτε να μου πείτε αυτά που θέλετε.». ο Διευθυντής μιλούσε οργισμένος, όμως η φωνή τού αστυνόμου κάλυπτε τη δική του κι έτσι, βλέποντας ότι δεν είχε νόημα, ο Διευθυντής ύστερα από λίγα λεπτά, σταμάτησε. «Όπως μου είπε ο Διευθυντής, ο Μπενάκος ήταν ένα πολύ περίεργο παιδί, ενώ οι γονείς του, συμπληρώνοντας, είπαν πως ήταν ιδιαίτερα συνεσταλμένο. Ένα το κρατούμενο. Επίσης οι γονείς τού καθηγητή είπαν πως από την Πέμπτη ο γυιός τους είχε αναστατωθεί πάρα πολύ, ενώ η μόνη φορά αυτόν τον μήνα που βγήκε έξω ο Μπενάκος ήταν την Τετάρτη το απόγευμα που, αφού έκανε την εργασία με το συμμαθητή του, πήγε στο σχολείο να παίξει μπάσκετ το βράδυ. Οπότε μπορούμε να υποθέσουμε ότι κατάφερε να δει, ως περίεργος, ότι στην πολλαπλών έπαιζαν χαρτιά. Ίσως να αναγνώρισε κάποια πρόσωπα, αν ήταν γνωστά από την τηλεόραση. Ως γνωστός κουτσομπόλης, αλλά παράλληλα συνεσταλμένος, στον πρώτο άνθρωπο που στράφηκε, ήταν ο καθηγητής του, ίσως για να μάθει και κάτι από αυτόν, αφού ήταν κι εκείνος πρόσωπο τού σχολείου. Όμως ο Φερόπουλος δε γνώριζε κάτι κι εξεπλάγην για αυτό. Λογικά θα παρακάλεσε τον Μπενάκο να μην πει τίποτα. Έπειτα, φαντάζομαι, θα πήγε στο Διευθυντή να το αναφέρει. Το γεγονός ότι την Παρασκευή το βράδυ ο καθηγητής απειλήθηκε, όπως ανέφεραν οι γονείς του, αφού είχε έρθει κάποιος στο δωμάτιό του και φώναζαν, ενοχοποιεί το Διευθυντή για ανάμειξη στην υπόθεση, γιατί αυτός ήξερε ότι ο καθηγητής κι ο Μπενάκος γνώριζαν για τα καρέ».

«Τι λες, βρε…»

«Σας παρακαλώ», είπε φωνάζοντας ο Μεροβίλης, ενώ ο Διευθυντής ήταν κατακόκκινος από οργή κι οι υπόλοιποι ψιθύριζαν έκπληκτοί. «Συνεχίζω... Καθώς έλεγα, αυτό όμως από μόνο του δε μας δείχνει ποιος έκανε το φόνο. Θα μπορούσε να ήταν οποιοσδήποτε. Ίσως και πληρωμένος από τα αναμεμειγμένα πρόσωπα. Ωστόσο έχουμε με αυτόν τον τρόπο βρει ένα κίνητρο για το φόνο, και μάλιστα πολύ πιθανό».

«Εντάξει, όμως δε σημαίνει κάτι αυτό. Τίποτα δεν αποδεικνύεται. Είναι εικασίες στις εικασίες», είπε ο Φίλιππος.

«Δίκιο έχεις. Ας συνεχίσω όμως. Ο πατέρας τού καθηγητή είπε ότι εκείνος που βρισκόταν στο δωμάτιο πήδηξε από το παράθυρο στον κήπο, ενώ έβρεχε. Τι πιο σοβαροί λόγοι για να πονάει κάποιου το πόδι και να κρυώσει, ανεβάζοντας πυρετό, αφού προφανώς βράχηκε ως το κόκαλο από τη βροχή;»

«Παρακαλώ;»

«Εσύ είσαι ο δολοφόνος, Φίλιππε. Εσύ απείλησες τον καθηγητή. Του προσέφερες χρήματα, όπως έκανε και με εμένα ο Υπουργός. Μετά από άρνησή του, οι συμπαίκτες σου το Σαββατοκύριακο που ακολούθησε από την Παρασκευή αποφάσισαν να τον σκοτώσεις. Όπως είπε ο Υπουργός, η υπόθεση αυτή μπορούσε να ρίξει κυβερνήσεις, αφού το σκάνδαλο είναι τεράστιο. Έτσι δεν μπορούσαν να το διακινδυνεύσουν. Έπρεπε όλοι να φύγουν από τη μέση. Κατάλαβα ότι ήσουν εσύ, γιατί εμφανίστηκες λίγο αργότερα από τον υποτιθέμενο Ξιφίδη κι έλεγες ότι με φώναζες, ενώ εγώ στην πραγματικότητα δεν είχα ακούσει κανέναν να με φωνάζει. Προφανώς πήγες κι άλλαξες κι ήρθες κατευθείαν για να μην σε υποψιαστούμε. Είπες ότι πήρες τηλέφωνο όταν βρήκα το κομμένο δάχτυλο για να επιβεβαιώσεις για το σημάδι στο νύχι. Οι γονείς τού Φερόπουλου, όμως, είπαν ότι το είχαν ήδη αναφέρει, όταν τους πήραν από το Τμήμα για να τους ειδοποιήσουν για τον εξαφανισμό και να τους καλέσουν να έρθουν. Εσύ γιατί δεν το γνώριζες αυτό; Δεν έπρεπε να βρισκόσουν στο Τμήμα, όπως είπες;»

«Μα δεν ντρέπεσαι να μου εξαπολύεις τέτοιες κατηγορίες;»

«Εσύ είσαι ο περιζήτητος ΚΟΡ. Για να δω την ταυτότητά σου.», είπε παίρνοντας την ταυτότητα που βρισκόταν πάνω στο τραπέζι, «Όνομα μητρός: Ασπασία, Επώνυμο: Κορομηλίδη. Στις περισσότερες λέσχες χρησιμοποιείται το επώνυμο μητρός, για λόγους πρόληψης και ασφάλειας. Τι ποιο τρανταχτό από αυτό; Ο Μπενάκος, προφανώς, παρακολούθησε το καρέ σας το βράδυ τής Τετάρτης και άκουσε το όνομά σου σε κάποια συνομιλία εκείνη την ώρα. Όταν μπήκες στην τάξη εχθές το πρωί, σε αναγνώρισε και, πριν ξεψυχήσει, προσπάθησε να σημειώσει το όνομα στο δάπεδο. Πάντα όλοι έλεγαν ότι με ζήλευες, άσχετα που εγώ δεν ήθελα να το πιστέψω. Σου άρεσε να με παίζεις, κι έτσι έκανες αυτό το κόλπο με το δάχτυλο. Σαν στοιχείο δεν είχε καμία αξία, εκτός του ότι ανήκε στον καθηγητή. Έτσι δεν υπήρχε λόγος να μην μου το προσφέρεις, γιατί ήσουν σίγουρος ότι θα αποτύγχανα. Όσο περισσότερα στοιχεία υπάρχουν, τόσο πιο αποτυχημένη θεωρείται μια υπόθεση στις τάξεις μας. Έτσι υπήρχε μεγαλύτερη δυνατότητα να με υποβαθμίσει«

«Το σημείωμα το έκοψες από το σημειωματάριο τού Διευθυντή. Όμως, με την απρόσμενη επίσκεψη τής Δήμητρας, αποκαλύφθηκε η προέλευση τού σημειώματος. Πιθανότατα ο Διευθυντής σε πήρε αμέσως τηλέφωνο και σε μία ενστικτώδη αντίδραση, ο Διευθυντής είπε ότι θα αναλάμβανε να εξαφανίσει το πτώμα, σε περίπτωση που τους ανακάλυπταν. Έτσι πήρε ο ίδιος το πτώμα, ως γεροδεμένος, και το ανέβασε στο κάστρο για να το ρίξει από εκεί. Εκπλήσσομαι, πάντως, που κανένας σας δεν άφησε αποτυπώματα. Λειτουργήσατε σαν επαγγελματίες. Μπήκες στην αίθουσα και σκότωσες τον καθηγητή, τον Μπενάκο και όλη την τάξη, γιατί δεν μπορούσες να ξέρεις αν τα υπόλοιπα παιδιά θα το πουν ή όχι. Μπορεί ο Μπενάκος, σαν κουτσομπόλης, να τους το είχε ήδη μαρτυρήσει. Ο καθηγητής όμως ήθελε ιδιαίτερη μεταχείριση, ιδιαίτερη εκδίκηση που αρνήθηκε τα χρήματά σου. Ίσως να μην τον πυροβόλησες, να τον ήθελες ζωντανό. Ίσως μάλιστα να τον σκότωσες και να ξεχάστηκες και να άφησες αποτυπώματα πάνω του. Δεν ξέρω ακριβώς. Πάντως για κάποιον από αυτούς τους λόγους αποφάσισες να τον πάρεις μαζί σου. Βγήκες κρυφά, από κάποια πόρτα που ο Διευθυντής θα είχε ανοίξει πρωτύτερα».

«Και πάλι δεν έχεις τρανταχτές αποδείξεις», αντέδρασε ο Φίλιππος. «Οι καταθέσεις δεν είναι ισχυρές αποδείξεις. Το δάχτυλο δε λέει τίποτα, παρά μόνο η τράπουλα, που όσον αφορά το δολοφόνου δε χρησιμεύει σε τίποτα. Το σημειωματάριο εξαφανίστηκε, φρόντισα να το εξαφανίσω εγώ ο ίδιος. Τίποτα δεν μπορείς να αποδείξεις. Θα σε περάσουν για τρελό. Κι εγώ θα φύγω για το εξωτερικό, μακριά από όλα αυτά και δε θα με ξαναδείτε. Εγώ το έκανα, αλλά δε θα σε αφήσω να μου στερήσεις την ελευθερία μου.»

«Έχω κι άλλη απόδειξη, η πιο ισχυρή από όλες», είπε ο Μεροβίλης χαμογελώντας. Αποκάλυψε ένα μαγνητόφωνο που κρατούσε κρυφά ένας από τους βοηθούς του. «Αυτό που μόλις μας είπες, δηλαδή. Έχουμε την ομολογία σου, καθώς κι ένα σωρό αστυνόμους τριγύρω για να σε συλλάβουν».

Χειροπέδες τοποθετήθηκαν στους καρπούς τού Φίλιππου, ο οποίος άρχισε να συνειδητοποιεί ότι η φυλάκιση ήταν σίγουρη και μάλιστα ισόβια. Το θέμα θα ανακοινωνόταν στους δημοσιογράφους την ίδια ημέρα. Οι συνέπειες σίγουρα για όσους εμπλέκονταν θα ήταν αναμενόμενες.

Η Δήμητρα είπε στο Μεροβίλη:

«Λες όντως η υπόθεση αυτή να ρίξει κυβερνήσεις;»

«Δεν ξέρω. Δε νομίζω. Ότι είναι τεράστιο σκάνδαλο στο χώρο τής πολιτικής, είναι. Οι υπαίτιοι θα πληρώσουν. Είμαι σίγουρος ότι ο Υπουργός που θα με εξαγόραζε ήταν μέλος τού σκανδάλου. Οπότε δεν έχω να φοβάμαι εκδίκηση, εφόσον θα μπει φυλακή. Άρα ευτυχώς μπορώ να αισθάνομαι ασφαλής»

«Έχεις δίκιο. Και να ξέρεις πως ο Αρχηγός θα είναι πολύ ευχαριστημένος μαζί σου!».

Τέλος, ο αστυνόμος Μεροβίλης είπε ευχαριστημένος:

«Είμαι στην ευχάριστη θέση να σας ανακοινώσω ότι, μέσα στα χρονικά όρια που μου είχαν τεθεί, η υπόθεση έκλεισε!».